Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

Φιλαρμονική Σχολή Ληξουρίου, 113 χρόνια πριν !

Το 1900 το Ληξούρι, λόγω του «σταφιδικού ζητήματος», βρίσκεται σε οικονομική εξαθλίωση, που εγγίζει τα όρια του λιμού. Οι σελίδες της Ληξουριώτικης εφημερίδας «Μύδρος» είναι γεμάτες από περιγραφές κατήφειας, δυστυχίας, απογοήτευσης, απελπισίας.
Αλλά την 16/4/1900, ώρα «ενάτην εσπερινήν», η Φιλαρμονική Σχολή Ληξουρίου αρχίζει τις «πλατείες» της! Ο συντάκτης του «Μύδρου» βιώνει μια κατάσταση ποιητική. Και ποιητικά την περιγράφει! Λάμπουν ξαφνικά οι δύο πλατείες μας. Σαν λουλουδιασμένη γλάστρα το Μαρκάτο, από τα φορέματα των «τρυφερών πλασμάτων». Καταγοητεύει η Μουσική μας με την «μελιστάλακτον» μελωδία της.
Ας ξεπεράσουν κάποιοι τον φόβο τους μπροστά στην καθαρεύουσα και διαβάστε αυτό το εξαιρετικό κείμενο. 
Πιστεύω πως κι εσείς θα δείτε ότι δεν ταιριάζει η άρνηση της πραγματικής ζωής στα δύσκολα, σε εμάς, που «αξιωθήκαμε μια τέτοια πόλη».
Θα μου πείτε βέβαια: «Ποια πόλη αξιωθήκαμε; Ξηλώθηκαν οι δύο πλατείες και αντικαταστάθηκαν από ένα γκρι μακρινάρι. Συντρίμμια  το Μαρκάτο, αντικαταστάθηκε με «ένα θέατρο». Γέρασαν και έφυγαν και τα τρυφερά πλάσματα και αντικαταστάθηκαν με άλλα, σαφώς σκληρότερα, των οποίων τα φορέματα δεν φαίνονται».
Δύναμαι λοιπόν να σας εγγυηθώ ότι το βασικό συστατικό αυτής της μαγικής πόλης, υπάρχει ακόμα. Είναι ο ήχος της Μουσικής μας. Αυτός ο ίδιος ακριβώς ήχος, που η Φιλαρμονική μας κήρυξε εκείνο το Απριλιάτικο βράδυ, έχει νικήσει τον χρόνο και ακόμα ακούγεται, τουλάχιστον σε όποιον έχει κρατήσει καθαρή την ψυχή του από τις προσχώσεις της παρακμής.


Ας ξεπεράσουν κάποιοι τον φόβο τους μπροστά στην ομορφιά της πόλης που ζούμε και διαβάστε αυτό το κείμενο.      

"Την παρελθούσαν Κυριακήν ήρξαντο κάπως φωτοβόλοι και γλυκείαι δειλής ευθυμίας ακτίνες να πίπτωσιν επί του μαρασμώδους υπό των στερήσεων προσώπου ημών. Αι ευρύχωροι πλατείαι της πόλεώς μας ημιλλώντο ποία εκ των δύο να δειχθή υπερτέρα και μάλλον ζηλευτή. Και η μεν και η δε ήσαν μεγαλοπρεπείς, μαγευτικαί και ωραίαι. Διότι εν μεν τη παραλιακή πλατεία του Γεωργίου, ήτις από τούδε είνε εις πάντας επιθυμητή και ευχάριστος, διά την θαλασσίαν της αύραν, οι σκηνοβάται, διά των επιτυχών αυτών ασκήσεων, προσείλκυσαν τοσούτους θεατάς, ώστε θα έλεγέ τις ότι ο χώρος εκείνος μετεβλήθη εις επίπεδον, εκτεταμένον αγρόν κατάφυτον εξ υψικόμων, πυκνών, ωρίμων σταχύων, ους ελαφρά πνοή ανέμου κάμνει να κλίνωσιν ηρέμα ο εις επί του άλλου, η δε ανατολική πρόσοψις του Μαρκάτου, διά τα πολλά και παντοειδή χρώματα των αμφιέσεων των επ’ αυτού τρυφερών εκείνων πλασμάτων, παρομοίαζε προς στιλπνάς μαρμαρίνους γλάστρας, περιέχουσας παντοειδή, ποικιλόχροα, εύοσμα και μυροβόλα άνθη. Εν δε τη πλατεία της αγοράς, ήτις από τούδε είνε ωσαύτως θελκτική και επίζηλος, διά την παχείαν, δροσοβόλον σκιάν των πέριξ αυτής πυκνοφύλλων δένδρων, ων τα νεόφυλλα, δι’ αναιπαισθήτου προς άλληλα προσεγγίσεως, έκλινον το εν επί του άλλου, υπό λεπτοτάτου αέρος κινούμενα, δειλά και ελαφρά, ως τρυφεράς, δειλής κόρης ροδόχρουν χείλος εις μέτωπον κατακτητού της, επαιάνιζεν η Μουσική, ήτις έχουσα την ισχύν και την δύναμιν όχι μόνον να τέρπη και ευφραίνη την καρδίαν, να ευχαριστή την ακοήν και να θέλγη και διασκεδάζη τον νουν, αλλά και να ηθικοποιή, να μορφώνη και να εξευγενίζη και την ψυχήν, κατεγοήτευσε πάντας, διά της μελισταλάκτου εκείνης αρμονίας και αθρόοι εξ εκατέρου του φύλου έσπευδον, όπως απολαύσωσι της ηδονής εκείνης. Εκ των ροδοχρόων χειλέων, υπεξέφευγε κάποτε, ως από άνθρακος σπινθήρ, τερψίθυμον μειδίαμα, καλύπτον, δίκην ιστού αράχνης, τας βαρυαλγούσας και παλλούσας καρδίας των πλασμάτων εκείνων, ων τα βλέμματα συναντώμενα κατά τας διαφόρους αυτών τήδε κακοίσε σπινθηροβόλους διευθύνσεις διεσκόρπιζον την γλυκείαν συμπάθειαν, ήτις συνοδευομένη υπό του λάθρου εκείνου μειδιάματος και της μαγευτικής μελωδίας της Μουσικής καθίστατο βασιλίς και κυρίαρχος της τρυφής και ωραιότητος του ιδανικού τούτου κόσμου. Τα πολυποίκιλα φορέματα του συνωστισθέντος πλήθους  και ιδία του πολυχρώμου ιματισμού του γυναικείου κόσμου, παρομοίαζον την αγοράν προς κήπον ωραιότατον, κατάφυτον εξ απείρων παντοειδών ανοικτοπετάλων ανθέων, σκορπιζόντων πέριξ τερπνήν και ευχάριστον ευωδίαν, εις το μέσον του οποίου καλλικέλαδοι αηδόνες και ποικιλόπτεροι καρδερίναι, επί ροδοστολίστου ροδής καθήμεναι, διά των τερψιθύμων ασμάτων των, απέσπων την προσοχήν των πέριξ και εβύθιζον τον νουν των εις ονειροπολήματα και αναμνήσεις παρελθόντων μεγαλείων."                                      

Όχι και την Ιακωβάτειο !


Στο Ληξούρι κυκλοφορεί κάτι σαν ανέκδοτο :
«-Λες να μας πάρουν και την τάδε Υπηρεσία ; »
«- Πάψε, μη το λες και τους δίνεις ιδέες!»
Τόση είναι η βεβαιότητα της σκοπιμότητας εξόντωσης της πόλης μας «εκ των άνω»! Τόση, ώστε πολλοί υποστηρίζουν ότι το μόνο που θα μείνει στην θέση του είναι ο Παντοκράτορας (αν δεν τους «βάλουμε την ιδέα» και τον σηκώσουν και αυτόν).
Για την Ιακωβάτειο Βιβλιοθήκη όμως, κανείς δεν σκέφτηκε ότι μπορεί η Καλλικράτειος λογική να την πάρει και να την σηκώσει.
Βλέπετε, η «Υπηρεσία» αυτή δεν στεγάζεται σε μισθωμένο χώρο, ώστε η Ελληνική Οικονομία να σωθεί με την εξοικονόμηση του ενοικίου. Ούτε οι αστυγείτονες έχουν κάποια κραταιά παρόμοια Υπηρεσία, που με την συγχώνευση της δικής μας Ιακωβατείου, θα γίνει κραταιότερη και θα εξυπηρετεί τις ανάγκες όλης της Νήσου από την Αργοστολιώτικη Μητρόπολη. Η Ιακωβάτειος είναι η μόνη Δημόσια Βιβλιοθήκη στην Κεφαλονιά.  
Κυρίως όμως, ουδείς σκέφτηκε την πιθανότητα στέρησης της Βιβλιοθήκης του από το Ληξούρι, γιατί αυτό το κτίριό της,  η φωλιά του Γεώργιου Τυπάλδου –Ιακωβάτου, του θρυλικού Ληξουριώτη Γιωργαντάρα, ίσταται εκεί πεισματικά, ανέπαφο από την ισοπεδωτική λαίλαπα του ’53, θεατό από όποιον φτάνει θαλασσίως στο Ληξούρι, κόντρα στην φθονερή σύγχρονη δόμηση, που προσπαθεί να το κρύψει, δωρισμένο στο Ελληνικό Δημόσιο πριν μισό αιώνα, μαζί με την πολύτιμη συλλογή βιβλίων και εγγράφων των Ιακωβάτων, ακριβώς για να λειτουργεί ως Βιβλιοθήκη. Αυτό το κτίριο, αυτός ο θεσμός, αποτελεί άμα τη όψει του ψυχικό στήριγμα για τον Ληξουριώτη, σύνδεσμο με το ένδοξο παρελθόν, φύλακα πνευματικής παρακαταθήκης, εγγυητή της  παράδοσής της στις επερχόμενες γενεές. Πώς να διανοηθείς ότι ένας τέτοιος θεσμός μπορεί να «φύγει»;
Κι όμως! Σαν να υφιστάμεθα δοκιμασία των ορίων της αντοχής μας, να που βρισκόμαστε στη θέση να προσπαθούμε πάλι, να υπερασπιστούμε κάτι αυτονόητα δικό μας. Κάτι όλο και πιο αυτονόητα δικό μας.
Και πώς να το υπερασπιστούμε; Τα ώτα των «εκείθεν Θηναίας» Κεφαλλήνων και Ελλήνων, μοιάζουν να ακούν μόνο τον ήχο της Καμπάνας του καφενείου και τα ώτα των κυβερνώντων μόνο τις λογιστικές επιταγές της Ε.Ε..
Πρέπει όμως. Οφείλουμε και για τη Βιβλιοθήκη, να κάνει ο καθένας αυτό το λίγο που μπορεί. Να διεκδικήσουμε, να παρακαλέσουμε, να γκρινιάξουμε έστω.
Μήπως έτσι κατορθώσουμε, να μη μας «συγχωνεύσουν» τη βούλησή μας για αξιοπρεπή ζωή σε αυτήν εδώ την πόλη.    

                                                                                        Ιωσήφ Λουκέρης του Βασιλείου
                                                                           Μαθητής της Φιλαρμονικής Σχολής Ληξουρίου