Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Ο όρκος του Ιπποκράτη και ο όρκος του Καλλικράτη

«…..Εμείς οι γιατροί υπηρετούμε την ιπποκρατική ιδέα. Γίναμε γιατροί γιατί θέλαμε να υπηρετήσουμε τον άνθρωπο….». Τάδε έφη ο Πρόεδρος του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου, κ. Βλασταράκος, κατά την συνέντευξη τύπου, που έδωσε στο Αργοστόλι. Τα λόγια αυτά του κ. Προέδρου αποτελούν ένα από τα πολλά επιχειρήματα, που εξέφερε προκειμένου να πείσει τους γιατρούς του Μαντζαβινατείου νοσοκομείου, να μην προχωρήσουν στις αντιδράσεις τους προς την επιχειρούμενη απόσπαση ενός συναδέλφου τους στο νοσοκομείο Αργοστολίου.
Εντυπωσιάστηκα από την επίκληση της ιπποκρατικής Ιδέας και έσπευσα να διαβάσω τον όρκο του Ιπποκράτη, για να δω, τέλος πάντων, πώς παρέκλιναν οι γιατροί του Ληξουριώτικου νοσοκομείου από όσα επιτάσσει. Ματαίως όμως έψαξα. Δεν βρήκα λέξη που να παρέβησαν οι γιατροί της πόλης μας με τον αγώνα τους για την μη υποβάθμιση του Μαντζαβινατείου, αλλά αντίθετα, δεν βρήκα ούτε λέξη που να μην τιμούν.
Για τον κ. Βλασταράκο, όμως, δεν μπορώ να πω το ίδιο! Χωρίς καμία αμφιβολία, ως γιατρός θα τιμά και με το παραπάνω τον όρκο που έλαβε. Ως Πρόεδρος του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου όμως, και με την στάση που τήρησε στο ζήτημα που «καίει» πάνω από 8000 ανθρώπους, «κακομεταχειρίστηκε» τόσο πολύ την ιπποκρατική Ιδέα, που σίγουρα ο Ιπποκράτης θα πήρε δύο τούμπες στον τάφο του.
Βλέπετε, ο όρκος του Ιπποκράτη λέει: «Διαιτήμασί τε χρήσομαι επ’ ωφελείῃ καμνόντων», δηλαδή «Θα χρησιμοποιήσω τις θεραπείες μόνο προς όφελος των ασθενών». Δεν λέει: «Θα χρησιμοποιήσω τις θεραπείες προς όφελος μόνο όσων ασθενών κατοικούν σε πρωτεύουσες καλλικρατικών δήμων». Και αμέσως παρακάτω, ο ίδιος όρκος λέει: «επὶ δηλήσει δε και αδικίῃ είρξειν», δηλαδή «(ορκίζομαι) να αποφύγω κάθε βλάβη και αδικία». Και ο αγαπητός γιατρός, όχι μόνο επιχείρησε με τις ενέργειές του να βλάψει το Ληξούρι, αλλά και το αδίκησε με τα λεγόμενά του κατάφορα.
Ακόμα, σε κανένα σημείο του όρκου δεν είδα να αναφέρεται: «Όμνυμι όπως εμβάλω γείτονα άστεα εν τω μαλιοστουπίζειν, χάριν των Γότθων», δηλαδή: «Ορκίζομαι να βάλω δύο γειτονικές πόλεις να τσακωθούν, για να μην προβληματιστεί η Ευρωπαϊκή Ένωση». Ο κ. Πρόεδρος όμως, νομίζω ότι σε κάτι τέτοιο συνέτεινε όταν δήλωσε: «Δεν πρέπει σίγουρα ούτε να αποψιλώνουμε άλλα νοσοκομεία με αποσπάσεις αλλά θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να καλύψουμε τις ανάγκες της κεντρικής εξουσίας»
Τέλος, μην ξεχνάμε ότι στον όρκο του Ιπποκράτη περιέχεται και η φράση «Ου τεμέω δε ουδέ μην λιθιώντας», δηλαδή : «Δεν θα ευνουχίσω κανέναν, όπως μου ζητούν». Και ο κ. Βλασταράκος επιχείρησε να «ευνουχίσει» τόσο τους εν Ληξουρίω συναδέλφους του στον αγώνα για την υπεράσπιση του Ιδρύματος που παρέχουν τις υπηρεσίες τους, όσο και τον αγώνα που γίνεται για την αναβάθμιση του Νοσοκομείου Αργοστολίου (έστω και αν από κάποιους ίσως του ζητήθηκε).
Τώρα που το σκέφτομαι ο αγαπητός γιατρός μάλλον μπερδεύτηκε. Ναι, αν σκεφτούμε και ότι μίλησε  για την ανάγκη για ύπαρξη «ενός ισχυρού νοσοκομείου» στην Κεφαλονιά, τότε σίγουρα μπερδεύτηκε. Δεν ήθελε να μιλήσει για «ιπποκρατική ιδέα», αλλά για «καλλικρατική ιδέα».  Και τα όσα είπε, μπορούν άνετα να αποτελέσουν το πρόπλασμα για έναν νέο όρκο: Τον «όρκο του Καλλικράτη».

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

«Θάνατος και Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου», Οδυσσέα Ελύτη

Ένα ποίημα για μια Ιστορία που γράφηκε από τους ηττημένους....  

Έτσι καθώς εστέκονταν ορθός μπροστά στην Πύλη κι άπαρτος μέσ’ στη λύπη του
Μακριά του κόσμου που η ψυχή του γύρευε να λογαριάσει στο φάρδος Παραδείσου
Και σκληρός πιο κι απ’ την πέτρα που δεν τον είχανε κοιτάξει τρυφερά ποτέ – κάποτε τα στραβά δόντια του άσπριζαν παράξενα
Κι όπως περνούσε με το βλέμμα του λίγο πιο πάνω απ’ τους ανθρώπους κι έβγανε απ’ όλους
Έναν που του χαμογελούσε τον Αληθινόν που ο χάρος δεν τον έπιανε
Πρόσεχε να προφέρει καθαρά τη λέξη θ ά λ α σ σ α έτσι που να γυαλίσουν μέσα της όλα τα δελφίνια
Κι η ερημιά πολλή που να χωρά ο Θεός κι η κάθε μια σταγόνα σταθερή στον ήλιο ν’ ανεβαίνει
Νέος ακόμα είχε δει στους ώμους των μεγάλων τα χρυσά να λάμπουν και να φεύγουν
Και μια νύχτα θυμάται σ’ ώρα μεγάλης τρικυμίας βόγκηξε ο λαιμός του πόντου τόσο που θολώθη μα δεν έστερξε να του σταθεί
Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε
ΙΙ
Θε μου και τώρα τι Που ‘ χε με χίλιους να παλέψει
χώρια με τη μοναξιά του ποιος αυτός πού ’ξερε μ’ ένα λόγο του να δώσει ολάκερης της γης να ξεδιψάσει τι
Που όλα του τά ‘χαν πάρει Και τα πέδιλά του τα σταυροδετά και το τρικράνι του το μυτερό και το τειχιό που καβαλούσε κάθε απομεσήμερο να κρατάει τα γκέμια ενάντια στον καιρό σα ζόρικο και πηδηχτό βαρκάκι
Και μια φούχτα λουίζα που την είχε τρίψει στα μάγουλα ενός κοριτσιού μεσάνυχτα να το φιλήσει ( πώς κουρναλίζαν τα νερά του φεγγαριού στα πέτρινα τα σκαλοπάτια τρεις γκρεμούς πάνω απ’ τη θάλασσα…)
Μεσημέρι από νύχτα Και μήτ’ ένας πλάι του Μονάχα οι λέξεις του οι πιστές πού’ σμιγαν όλα τους τα χρώματα ν’ αφήσουν μέσ’ στο χέρι του μια λόγχη από άσπρο φως
Και αντίκρυ σ’ όλο των τειχών το μάκρος μυρμηκιά οι χυμένες μέσ’ στον γύψο κεφαλές όσο έπαιρνε το μάτι του
«Μεσημέρι από νύχτα – όλ’ η ζωή μια λάμψη ! » φώναξε κι όρμησε μέσ’ στο σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσή γραμμή ατελεύτητη
Κι αμέσως ένιωσε ξεκινημένη από μακριά η στερνή χλομάδα να τον κυριεύει
ΙΙΙ
Τώρα καθώς του ήλιου η φτερωτή ολοένα γυρνούσε και πιο γρήγορα οι αυλές βουτούσαν μέσα στον χειμώνα κι έβγαιναν πάλι κατακόκκινες απ’ τα γεράνια
Κι οι μικροί δροσεροί τρούλοι όμοια μέδουσες γαλάζιες έφταναν κάθε φορά και πιο ψηλά στ’ ασήμια που τα ψιλοδούλευε ο αγέρας γι’ άλλων καιρών πιο μακρινών το εικόνισμα
Κόρες παρθένες φέγγοντας η αγκαλιά τους ένα θερινό ξημέρωμα φρέσκα βαγιόφυλλα και της μυρσίνης της ξεριζωμένης των βυθών σταλάζοντας ιώδιο , τα κλωνάρια
Του’ φερναν Ενώ κάτω απ’ τα πόδια του άκουγε στη μεγάλη καταβόθρα να καταποντίζονται πλώρες μαύρων καραβιών τ’ αρχαία και καπνισμένα πλοία όθε με στυλωμένο μάτι ορθές ακόμη Θεομήτορες επιτιμούσανε
Αναποδογυρισμένα στις χωματερές αλόγατα σωρός τα χτίσματα μικρά μεγάλα θρουβαλιασμός και σκόνης άναμμα μεσ’ στον αέρα
Πάντοτε με μια λέξη μεσ’ στα δόντια του άσπαστη κειτάμενος
Αυτός
ο τελευταίος Έλληνας !

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

Το κάλλος στις μύγες της Αγοράς

Απολύτως εύστοχη βολή!
Με το απύθμενο θράσος του πραματευτή, οι μεγαλομπακάληδες της Αγοράς έπληξαν κατευθείαν την καρδιά αυτού που για τους ίδιους αποτελεί “target group”. Του κοινωνικού συνειδητού και υποσυνείδητου.
Το έργο που εξευτέλισαν ορίζει το «άξιον». Το άξιον που κατακτάται με θυσίες από κοινωνίες και άτομα.
Ιστορική έμπνευση του έργου που εκχυδάισαν, αποτελεί η Άρνηση, κάποτε, της ελληνικής κοινωνίας, για την παράδοση «βωμών και εστιών» στο μίασμα, όπως εκφράστηκε με εκείνο το μεγαλειώδες «Όχι» του ‘40.
Ατομική Ελευθερία, για το έργο που κακοποίησαν, σημαίνει  η άρνηση του σαρκίου, σε ένα θείο «σκλάβωμα σε κάποιο ιδανικὸ σωστὸ».

Καίριο το πλήγμα! Επιβλήθηκε απολύτως η άποψη ότι «άξιοι εισίν» οι πάντες, αρκεί να έχουν χρήμα και προβολή. Ότι κάθε «πολιτικώς ορθή» κοινωνία οφείλει να αποδέχεται κάθε τι που της σερβίρουν οι καταναλωτικοί της ηγήτορες, με ένα υποτακτικό «και γιατί όχι;», υπακούοντας στην προστακτική αμερικανιά «think positive». Ότι Ελευθερία σημαίνει να μπορεί ο καθένας να «κατακτά», να επιβάλει  τα δικά του, ατομικά, υλιστικά «όνειρα» με κάθε τρόπο.    

Δεν ήταν απλώς μια επιχειρηματική πράξη κερδοφορίας. Ήταν κυρίως επίδειξη δύναμης.
Σαρκαστικά, βάρβαρα, επιτακτικά εκπληρώθηκε στο ακέραιο το χωρίο του «Προφητικού»:
«Αλλά πριν, ιδού θα γίνουν οι ωραίοι που ναρκισσεύτηκαν στις τριόδους Φίλιπποι και Ροβέρτοι.
Θα φορέσουν ανάποδα το δαχτυλίδι τους, και με καρφί θα χτενίσουνε το μαλλί τους, και με νεκροκεφαλές θα στολίσουνε το στήθος τους, για να δελεάσουν τα γύναια. Και τα γύναια θα καταπλαγούν και θα στέρξουν. 
 Για να έβγει αληθινός ο λόγος, ότι σιμά η μέρα όπου το κάλλος θα παραδοθεί στις μύγες της Αγοράς.» 
Έτσι λοιπόν, πολύ απλά, επειδή το θέλησε η «αγορά», το κάλλος παραδόθηκε στις μύγες και η Ελευθερία, η ακριβοπληρωμένη Ελευθερία της πραγματικής ζωής, της γνήσιας, ανεπιτήδευτης έκφρασης, πουλήθηκε πολύ φτηνά. Και το Άξιον η δική μας η γενιά δεν το αξιώθηκε.
Έτσι, πολύ απλά, η φαλτσέτο φωνή του Σάκη ανήγγειλε τον θάνατο ενός πολιτισμού ελληνικά παγκόσμιου.

Την πρώτη αντίδραση στην καταστροφή δείχνει και πάλι ο Ελύτης σε ένα άλλο ποίημα του:

Πέστε λοιπόν στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο.
 Tώρα που πια η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη.
 Aν θέλει να μη χάσει από την περηφάνια του·

 Ή τότε πάλι με χώμα και νερό
 Aς γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
 Πέστε στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
 Mην καταπροσωπήσει πια μήτε μια μαργαρίτα
 Στη μαργαρίτα πέστε νά ’βγει μ’ άλλη παρθενιά
 Mη λερωθεί από δάχτυλα που δεν της πάνε!