Σάββατο, 9 Απριλίου 2016

Ανδρέας Τυπάλδος Μπασιάς. Ο "ξεχασμένος" πρώτος πρόεδρος της Φιλαρμονικής Σχολής Ληξουρίου.

Άρθρο μου στο τεύχος 17 του περιοδικού "Κεφαλονίτικη Πρόοδος"

.....................................................................................                                                                                     


Η παράδοση απένειμε τον τίτλο του «ιδρυτή» της Φιλαρμονικής Σχολής Ληξουρίου στον Πέτρο Ιακώβου Σκαρλάτο. Δικαίως, αφού ο Σκαρλάτος ήταν ο μόνος από όσους «θεμελίωσαν» την Φιλαρμονική στο Ληξούρι, περίπου το 1836, που προχώρησε στην μουσική Τέχνη προσφέροντας τα μέγιστα ως Αρχιμουσικός, τόσο στην Ληξουριώτικη Φιλαρμονική, όσο και σε άλλες ελληνικές μπάντες.
Η συλλογική μνήμη όμως, εστιάζοντας στο πρόσωπο του Σκαρλάτου, αγνόησε πολλούς άλλους, που συνέβαλαν κυρίως κατά τον οργανωτικό τομέα στην ίδρυση και ανάπτυξη της Φιλαρμονικής μας.
Έτσι, στη λήθη πέρασε και ο Ανδρέας Τυπάλδος – Μπασιάς, ο πρώτος «επίσημος» πρόεδρος της Φιλαρμονικής στα κρίσιμα χρόνια της αρχικής προσπάθειας «σωματειακής» οργανώσεώς της.

Στο πρώτο έγγραφο στοιχείο ύπαρξης Φιλαρμονικής Σχολής στο Ληξούρι, που λόγοι ιστορικής τεκμηρίωσης μας υποχρεώνουν να το θεωρούμε «ιδρυτικό»[1], δηλαδή στους από 16/10/1839 ε.π. «Κανόνες των Μουσικών»[2], ο Ανδρέας Τ. Μπασιάς είναι εκείνος που αναλαμβάνει μόνος την διοίκηση της υπό σύσταση «συντροφιάς των Μουσικών» ως Πρόεδρος, «εις τας διαταγάς» του οποίου «υπόσχονται όλοι οι μαθηταί να πείθονται».     
Οπωσδήποτε το έργο του είναι δύσκολο. Το «υλικό» που καλείται να διαχειριστεί αποτελείται από τον «ανθό» της τότε Ληξουριώτικης νεολαίας. Γόνοι οικογενειών με μεγάλη οικονομική και κοινωνική επιφάνεια, προορισμένοι οι περισσότεροι για τον τίτλο του «διδάκτορος» σε ξένα πανεπιστήμια, αποτελούν την «συντροφιά», που ο Μπασιάς πρέπει να μετατρέψει σε Μουσική Σχολή, για να διδαχθεί «την επιστήμην (!) της Μουσικής», αλλά και σε μπάντα, που με δική του ευθύνη θα «υπάγουν να λαλήσουν εις πανήγυριν ή εις χορόν ή εις κάθε άλλο».
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποιοι ακριβώς λόγοι οδήγησαν την συντροφιά των Μουσικών στην ανάθεση της «πρωτοκαθεδρίας» στον Μπασιά. Οπωσδήποτε η ηλικία του (ο Μπασιάς το 1839 ήταν περίπου 40 ετών, ενώ οι νέοι της συντροφιάς γύρω στα 20), αλλά και ο οργανωτικός χαρακτήρας του επαγγέλματός του (συμβολαιογράφος), βάρυναν κατά την επιλογή του. Μπορούμε δε να υποθέσουμε ότι, αν και δεν αναφέρεται στα σωζόμενα έγγραφα ως μουσικός, ίσως είχε λάβει μουσική παιδεία, που τον κατέστησε τον καταλληλότερο για την ηγεσία της συντροφιάς.
Όποιες όμως και αν ήταν οι αιτίες της επιλογής, αποδείχθηκε επιτυχημένη. Ο Ανδρέας Τ. Μπασιάς έδειξε από την πρώτη στιγμή, ήδη από την σύνταξη των «Κανόνων των Μουσικών», ότι είχε «όραμα» και γνώση για την ανάπτυξη της Φιλαρμονικής. Το καταστατικό αυτό κείμενο, ίσως συνταγμένο από τον ίδιο, ρυθμίζει με λεπτομέρεια όχι μόνο τις σχέσεις και τις υποχρεώσεις των μαθητών, αλλά κυρίως τις αρμοδιότητες του Προέδρου. Παρά δε την φαινομενική «μονοκρατορία» του στην διοίκηση, ο Πρόεδρος από τις διατάξεις των «Κανόνων» προκύπτει τελικά πρώτος μεταξύ ίσων στην λήψη των αποφάσεων, οι δε μουσικοί ορίζονται ως μια «γενική συνέλευση» μαθητών – συνδρομητών, με πλήρη έλεγχο και ισηγορία στις υποθέσεις της «συντροφιάς». Χαρακτηριστικό είναι και το ακροτελεύτιο άρθρο των «Κανόνων»: «Όλα τα άνωθεν κεφάλαια υπόσχονται όλοι οι κάτωθι μαθηταί και Πρόεδρος μετά την υπογραφή τους να εκτελέσουν χωρίς την παραμικράν εναντιότητα είτε καμιάς λογής πρόφασιν, δίδοντας τώρα ο καθείς τον λόγον της τιμής και της συνειδήσεως ωσάν καλός πολίτης και ωσάν άνθρωπος του τιμίου χαρακτήρος». Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι το καταστατικό όχι μόνο διαπνέεται από Δημοκρατική νοοτροπία, όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Γ.Ν. Μοσχόπουλος, αλλά εκφράζει και μία έξυπνη τακτική του Μπασιά στον χειρισμό των «αρχοντόπουλων», που έπρεπε να γίνουν μέλη της κοινωνίας απόλυτης σύμπραξης και ισότητας, που κάθε μπάντα αποτελεί.

Στον διαχειριστικό τομέα, ο Ανδρέας Τυπάλδος Μπασιάς επιδεικνύει αξιόλογη δραστηριότητα, αλλά και την επιμέλεια και τάξη που οι «Κανόνες» του επιβάλλουν. Με επανειλημμένες ανακοινώσεις του στο Ληξουριώτικο κοινό, αναζητά συνδρομητές, ώστε να επιτευχθεί ο στόχος της δωρεάν εκπαίδευσης των μαθητών της Σχολής. Ξεκαθαρίζει δε, αν και δεν αναφέρεται στους «Κανόνες», ότι μετά από έναν χρόνο Προεδρίας, θα παραδώσει την διοίκηση σε τριμελή επιτροπή που οι συνδρομητές θα ορίσουν. Ασκεί με ζήλο καθήκοντα «φροντιστή» για το κτήριο που μισθώνει η συντροφιά για να «φορμαρισθή σχολείον Μουσικής», για τα έπιπλα και τα αναλώσιμα είδη της μπάντας. Προμηθεύεται καινούργια Όργανα από τον «πραγματευτήν» Ράνκη και προκαταβάλλει ο ίδιος το τίμημα. Τον Απρίλιο του 1840 ορίζει έναν από τους μαθητές, τον Αναστάσιο Γερουλάνο, Ταμία της Φιλαρμονικής «διά να μην γίνονται καταχρήσεις». Για κάθε έξοδο και ενέργεια δε, τηρεί «ημεροδρόμιον» και ακριβή λογαριασμό, όπως του επιτάσσουν οι «Κανόνες», τον οποίο αποδίδει στο τέλος της Προεδρίας του πρώτα στους μαθητές και έπειτα στους συνδρομητές της Σχολής, «χαρίζοντας» έτσι στην έρευνα το «Βιβλίο Ταμείου», ένα από τα σωζόμενα «ιδρυτικά έγγραφα».
Όσον αφορά την αντίληψή του για το νόημα και την προοπτική της Φιλαρμονικής, μία φράση του σε έκκλησή του προς τους συνδρομητές αρκεί για να αποδειχθεί η ορθότητά της: «διά να φωτισθή η νεολαία της Πατρίδος μας»!

Ο Ανδρέας Τ. Μπασιάς, πιστός στην υπόσχεσή του, θα συγκαλέσει τον Σεπτέμβριο του 1840 συνέλευση μαθητών και συνδρομητών και θα παραδώσει την διοίκηση σε πενταμελή επιτροπή, αποτελούμενη από τους Ανδρέα Τ. Λασκαράτο, Μαρίνο Δαλλαπόρτα, Ιωάννη Τ. Φορέστη, Αδαμάντιο Δαλλαπόρτα και Θεόδωρο Τ. Πρετεντέρη. Εκεί σταματά κάθε ουσιαστική ασχολία του με την Φιλαρμονική. Ίσως από την πρώτη στιγμή είχε σκοπό να παραιτηθεί μετά την αρχική οργάνωση της συντροφιάς, ίσως «οι οικιακές περιστάσεις» που επικαλείται να ήταν ιδιαίτερα πιεστικές, ίσως να απογοητεύτηκε από τις δυσκολίες του εγχειρήματός του ή να διαφώνησε με τα μέλη της νέας επιτροπής. Η ουσία είναι ότι ο πρώτος Πρόεδρος στο εξής «χάνεται» από την ιστορική εξέλιξη της Φιλαρμονικής.
                                  
  Ποιος όμως ήταν ο άνθρωπος που αφιέρωσε με τόση προθυμία και συνέπεια έναν χρόνο από την ζωή του στην Ιδέα της Φιλαρμονικής Σχολής Ληξουρίου;
Ο Ανδρέας Τυπάλδος Μπασιάς γεννήθηκε στο Ληξούρι στα τέλη της δεκαετίας του 1790. Ήταν γιος του Γεωργίου  Τυπάλδου – Μπασιά, αδελφού του Σπυρίδωνος Τ. Μπασιά, προπάππου του γνωστού Ληξουριώτη ευεργέτη Ευαγγέλου Τ. Μπασιά. Το σπίτι της οικογένειας του Ανδρέα βρισκόταν στην συνοικία «Αναλήψεως», συνορεύον προς νότο με το σπίτι της οικογένειας του Σπυρίδωνος, εκεί που σήμερα βρίσκεται το κτήριο της Φιλαρμονικής Σχολής Ληξουρίου, μετά από δωρεά που συνέστησε προς το σωματείο ο Ευάγγελος Τ. Μπασιάς το 1957. Δεν αποκλείεται λοιπόν, η αχνή ανάμνηση του μακρινού θείου Ανδρέα να συνέτεινε στην απόφαση του ευεργέτη να παραχωρήσει το πατρικό του οικόπεδο στην Φιλαρμονική.
Η μόρφωση του Ανδρέα ήταν μέτρια, για τα δεδομένα της εποχής στο Ληξούρι. Μπορεί να ασκούσε το λειτούργημα του συμβολαιογράφου, αλλά από την γραφή στις σωζόμενες διαθήκες του και την έλλειψη του προθέματος «Δρ» στην υπογραφή του ή στις αναφορές του ονόματός του, συμπεραίνουμε ότι δεν ήταν κάτοχος πανεπιστημιακού διπλώματος. Επίσης μέτρια θα πρέπει να ήταν και η οικονομική του κατάσταση, αφού κατείχε περιουσία, που του επέτρεψε να καταβάλλει την απαιτούμενη την εποχή εκείνη εγγύηση για να γίνει  συμβολαιογράφος, αλλά δεν επαρκούσε να ζει από αυτήν ως «κτηματίας ή «ιδιοκτήτης», χωρίς να εργάζεται.     
Ήταν παντρεμένος με την Ντζανέτα Κουλουμπή. Όπως όμως βλέπουμε στις ληξιαρχικές πράξεις, το σπίτι του Ανδρέα και της Ντζανέτας δεν ευτύχησε, αφού η κακή τύχη χτύπησε αρκετές φορές την πόρτα του: Το 1841 ο Ανδρέας χάνει την κόρη του Ειρήνη σε ηλικία 3 μηνών, το 1850 την κόρη του Παρασκευή 7 μηνών, το 1851 τον γιο του Χριστόδουλο 2 ετών και την κόρη του Αδελαϊδα 10 μηνών και ακολουθούν το 1854 η Ισαβέλλα 23 ετών και το 1855 το νήπιο Διαμαντούλα και η Χρυσούλα 21 ετών. Στις ληξιαρχικές πράξεις θανάτου των ενηλίκων θυγατέρων του Ισαβέλλας και Χρυσούλας αναγράφεται το επάγγελμα «ράπτρια», γεγονός από το οποίο εικάζουμε ότι η οικονομική κατάσταση του Μπασιά συνεχώς έφθινε, αφού αναγκάζονταν οι κόρες του να εργάζονται. Το μόνο παιδί του Μπασιά που βλέπουμε να επιβιώνει είναι ο μεγάλος του γιος Γεώργιος, που ασκεί το περίεργο εκείνη την εποχή επάγγελμα του φωτογράφου. Το συναντάμε να παντρεύεται σε ηλικία 50 ετών, το 1883, την Ρουμπίνα Παρτίδου και, έντεκα χρόνια μετά, το 1893, να αποβιώνει.
Την 4/4/1866 τελειώνει και η ζωή του Ανδρέα. Μια ζωή μουντή, δυστυχής, που όμως εκείνος ο ένας και μόνο χρόνος που συνδέθηκε με την «γέννηση» της Φιλαρμονικής την καταυγάζει!
Ας είναι αυτό το κείμενο μια πρώτη ανάκληση της μνήμης και της προσφοράς του Ανδρέα Τυπάλδου Μπασιά από την Ιστορία, που τόσο τον αδίκησε.  
                                                                   Ιωσήφ Λουκέρης του Βασιλείου

Πηγές
α) Γεωργ. Ν. Μοσχόπουλου, Το Πρώτο «Καταστατικό» της Φιλαρμονικής Σχολής Ληξουρίου (1839), Συμβολή στην Ιστορία της Επτανησιακής Μουσικής, σελ. 31 επ..
β) Αρχείο Σ. Μοτσενίγου, Φάκελος 574.





[1] Από την προσεκτική ανάγνωση των «ιδρυτικών» εγγράφων, αλλά και από τον επικήδειο λόγο του Η. Τσιτσέλη προς τον Πέτρο Σκαρλάτο (βλ. Γ. Ε. Ραυτόπουλου, Πέτρος Ι. Σκαρλάτος, σελ. 159) πιθανολογώ έντονα την ύπαρξη φιλαρμονικής στο Ληξούρι πριν το έτος 1839. Αυτόν τον προβληματισμό μου θα εκθέσω με την άδεια της διεύθυνσης του περιοδικού, σε επόμενο άρθρο μου.
[2] Πρόκειται για το σύνολο εγγράφων χρονολογίας 1839-1841, που ο καθηγητής Γεώργιος Ν. Μοσχόπουλος ανέσυρε από τα «κατάλοιπα» του αρχείου Η. Τσιτσέλη, αντίγραφα των οποίων βρίσκονται στο αρχείο Σπύρου Μοτσενίγου στην Εθνική Βιβλιοθήκη.

Κυριακή, 3 Απριλίου 2016

Τα "χρηστά ήθη" του κυρίου Χρηστάτου

Ήταν το τρίτο κρούσμα ψευδώνυμου «άτου», που με συκοφαντίες και ύβρεις επιτέθηκε κατά μέλος των «ΦΙ.Κ.Ο.». Αυτή την φορά ο κύριος «Γιάννης Χρηστάτος» έβαλε στόχο τον Ηλία Παρίση, και, στην γνωστή μπουρδολογία περί «μιας παρέας που ξέρει μόνο να βρίζει», πρόσθεσε και τα μύρια όσα για την ιδιότητα του στρατιωτικού, που ο επικεφαλής των ΦΙ.Κ.Ο. με τιμή φέρει.
Ο Στρατηγός μου συνέστησε να αγνοήσω τον κ. «Χρηστάτο». Εγώ όμως είμαι υποχρεωμένος να αγνοήσω τις συστάσεις του Στρατηγού. Γιατί το φαινόμενο των «Χρηστάτων» μας αφορά όλους, ανεξάρτητα μάλιστα πολιτικής τοποθέτησης.
Διευκρινίζω εξ αρχής ότι, κατά τη γνώμη μου, αυτός που κρύβεται πίσω από το συγκεκριμένο ψευδώνυμο δεν είναι αιρετός της «Ισχυρής Κεφαλλλλονιάς» σε οποιαδήποτε θέση, παρά τα όσα ακούγονται. Οι «πρωτοκλασάτοι» αιρετοί ισχυροκεφαλλλλονίτες όμως, φέρουν ακέραια την ηθική και πολιτική ευθύνη, για όσα εξακοντίζουν οι παντός είδους «Χρηστάτοι» εναντίον όποιου τους αντιτίθεται.
Μία προς μία οι ύβρεις που εξαπέλυσε ο ψευδώνυμος φανατισμένος εναντίον του Ηλία Παρίση, έχουν ακουστεί και στο Δημοτικό Συμβούλιο και όχι μόνο εκεί. Η αντίληψη κάθε πραγματικής, έστω σκληρής κριτικής ως εξύβρισης της αγιοποιημένης Δημοτικής Αρχής που πρέπει με εξύβριση να απαντηθεί, ο  λαϊκισμός που θέλει π.χ. όποιον φορά την στολή των Ενόπλων Δυνάμεων χουντικό, η «γενναιότητα» των ύβρεων υπό ψευδωνυμία, είναι τα νέα «χρηστά ήθη» που η «Ισχυρή Κεφαλλλλονιά», απερίσκεπτα έφερε στην πολιτική ζωή του τόπου μας.
Τι να κάνει και ο καημένος  ο «κύριος Χρηστάτος»; Ακολουθώντας αυτά τα «χρηστά ήθη» που όσοι θαυμάζει έφεραν, κάθισε και έγραψε αυτά τα μικρά λιβελογραφήματα, σίγουρος ότι γίνεται αρεστός στην εξουσία.
Καλά θα κάνουν λοιπόν οι αρχηγέτες «Ισχυροκεφαλλλλονίτες» να ξαναδούν την στάση που ακολουθούν στον δημόσιο λόγο τους και τις συνέπειές της. Ας σκεφτούν, επιτέλους, ότι οι «Χρηστάτοι» δεν το έχουν σε τίποτα, αν «γυρίσουν τα πράγματα» να στραφούν, με τον ίδιο ή και χειρότερο τρόπο εναντίον τους.
Βεβαίως υπάρχει και η πιθανότητα ο «Γιάννης Χρηστάτος» να είναι κάποιος αντιρρησίας  συνείδησης ή ο άνθρωπος να έχει κάποιο σωματικό ελάττωμα που δεν του επέτρεψε την στράτευση και έτσι να μην γνωρίζει αυτό που ακόμα και όσοι υπηρετήσαμε ως …. μοδίστρες (αεροπορία) γνωρίζουμε: ότι για κάθε πραγματικό Έλληνα Στρατιωτικό η τιμή της στολής μετράει πάνω απ’ όλα, σε οποιαδήποτε κατάσταση. Αν είναι έτσι, ζητώ συγνώμη….