Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Χαράλαμπος Α. Μακρής: Λίγα λόγια για την φετινή συναυλία της Φιλαρμονικής Σχολής Ληξουρίου

Έχοντας το “προνόμιο” τα Επτάνησα να μη βρίσκονται κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό, βρήκε πρόσφορο έδαφος να εξελιχθεί ένας θαυμαστός μουσικός πολιτισμός που βασίστηκε κυρίως στις ανταλλαγές με την κουλτούρα της γειτονικής Ιταλίας, συνδυάστηκε με την ντόπια λαϊκή και εκκλησιαστική μουσική και σχετίστηκε, κυρίως κατά τον 19ο αιώνα, με την όπερα.
Η Επτανησιακή Μουσική θα πρέπει να αντιμετωπίζεται και ως ιστορικό – κοινωνικό φαινόμενο μοναδικό ίσως στον ευρωπαϊκό χώρο. Αρκεί να φανταστεί κανείς ότι στην Κέρκυρα των 30.000 κατοίκων των αρχών του 19ου αιώνα παιζόταν συστηματικά όπερα ήδη από το 1771, πριν καν φτάσει στο νησί το πρώτο τυπογραφείο με τους Γάλλους το 1798. Το φαινόμενο αυτό συνεχίστηκε μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα και το ξέσπασμα των πολέμων, με τις παραστάσεις να περιοδεύουν και στα υπόλοιπα νησιά πριν πάνε στην ενδοχώρα για να πάρουν το δρόμο της εγγύς ανατολής.
 Όπως υποστηρίζει ο μεγάλος μελετητής της ελληνικής μουσικής Γεώργιος Λεωτσάκος, η αγάπη για την μουσική σίγουρα ξεκίνησε και καλλιεργήθηκε από μια άρχουσα τάξη με σαφώς μεγαλύτερο αυτοσεβασμό και επίγνωση από την αντίστοιχη του ελλαδικού χώρου. Όμως αυτή η για πολλούς αριστοκρατική συνήθεια αγκαλιάστηκε από τα ευρύτατα λαϊκά στρώματα και έγινε λαϊκό είδος. Έτσι διαμορφώθηκε μουσική συνείδηση στην πλατιά μάζα του κόσμου που έστω και με αυτόν τον τρόπο καλλιεργήθηκε πνευματικά.
Όπως υποστηρίζει σε σχετικό δοκίμιό του ο επιφανής μουσικολόγος Κωνσταντίνος Καρδάμης, στρατιωτικές μπάντες και διάφοροι μπαντιστικοί σχηματισμοί λάμβαναν μέρος στις δημόσιες τελετές στις πόλεις των Επτανήσων ήδη από την περίοδο των Δημοκρατικών Γάλλων και συνεχίστηκε καθόλη τη διάρκεια της Βρετανικής Προστασίας. Ήταν όμως η ανάγκη για μάθηση που ώθησε τους νέους του Ληξουρίου να ιδρύσουν περί το 1836 (ίσως και λίγο παλαιότερα) τη Φιλαρμονική Σχολή Ληξουρίου με πρωτεργάτη τον μετέπειτα αρχιμουσικό της και ριζοσπάστη συνθέτη Πέτρο Ι. Σκαρλάτο. Ήταν το όραμα του Νικολάου Χαλικιόπουλου Μάντζαρου να ιδρύσει στην πατρίδα του μουσικοπαιδαγωγικό οργανισμό ανάλογο του φημισμένου ναπολιτάνικου Ωδείου San Pietro a Majella ώστε να δημιουργηθεί στην Κέρκυρα η Φιλαρμονική Εταιρεία Κέρκυρας το 1840. 
 Τα δύο αυτά μουσικοπαιδαγωγικά ιδρύματα, πρωτοπόροι και πρωτεργάτες στον ελληνικό χώρο, συνεχίζουν έως και σήμερα το έργο τους και, συνεπικουρούμενα από τα πολυάριθμα ανάλογα σωματεία που ξεπήδησαν τα επόμενα χρόνια (Φιλαρμονική Εταιρεία Λευκάδας το 1856, Φιλαρμονική Εταιρεία “Μάντζαρος” το 1890, Ωδείον Κερκύρας το 1894, Φιλαρμονική Ιθάκης το 1904 οι κυριότερες σχολές) μαζί με την προϋπάρχουσα Φιλαρμονική Κατασταρίου Ζακύνθου που εμφανίζεται ως μπάντα το 1816 και στην πορεία του χρόνου μετεξελίχθηκε κι αυτή σε μουσικοπαιδαγωγικό οργανισμό, συντήρησαν τη φλόγα της μουσικής παιδείας και ανέθρεψαν μια σημαντική γενιά Ελλήνων συνθετών που διέπρεψαν στον ελληνικό χώρο και στο εξωτερικό: Σπυρίδων Ξύνδας, Ιωσήφ Καίσαρης, Σπυρίδων Καίσαρης, Παύλος Καρρέρ, Διονύσιος Λαυράγκας, Γεώργιος Λαμπίρης, Σπυρίδων – Φιλίσκος Σαμάρας και άλλοι πολλοί που έβαλαν τη δική τους σφραγίδα στη μουσική ζωή και εκπαίδευση.
Η φετινή θερινή συναυλία της Φιλαρμονικής Σχολής Ληξουρίου αποτελεί φόρο τιμής στους μεγάλους αυτούς καλλιτέχνες επ' ευκαιρία τριών σημαντικών επετείων που σημαδεύουν τη φετινή χρονιά:
1. 150 χρόνια από το ανέβασμα της πρώτης ελληνικής όπερας, του θρυλικού “Υποψήφιου Βουλευτή” του Σπυρίδωνος Ξύνδα (Κέρκυρα, Οκτώβριος 1867).
2. 100 χρόνια από τη διέλευση στην αιωνιότητα του μεγάλου μουσουργού και πρωτεργάτη του βερισμού, του “μουσικού ρεαλισμού”, Σπυρίδωνα – Φιλίσκου Σαμάρα (Αθήνα, 7 Απριλίου 1917),
 3. και 160 χρόνια από τότε που ο εθνικός μας ποιητής, ο άνθρωπος που θεμελίωσε την νεοελληνική γραμματεία “...εμπήκε στη βαρκούλα να πάει στην ξενιτιά...”.
Η ενασχόληση με την επτανησιακή μουσική όμως δεν σταματά εδώ. Ήδη η Φιλαρμονική Σχολή Ληξουρίου επιχειρεί την αναβίωση των έργων του Πέτρου Ι. Σκαρλάτου φιλοδοξώντας το 2018 να αποτελέσει έτος Σκαρλάτου. Για το λόγο αυτό καλούμε την τοπική αυτοδιοίκηση, όλους τους φιλόμουσους και φιλίστορες συμπολίτες μας και όσους ενδιαφέρονται για την διατήρηση της ιδιαίτερης παράδοσης του τόπου μας να σταθούν στο πλευρό μας για την επίτευξη του στόχου αυτού.
                                                                                                       Χαράλαμπος Α. Μακρής
                                                                                       Αρχιμουσικός Φιλαρμονικής Σχολής Πάλλης


Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

Ο ΠΑΚΗΣ Ο ΣΑΚΗΣ Ο ΚΟΚΟΣ ΚΑΙ ΔΥΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Η ιστορία είναι γνωστή: Το πρωί της 21ης Απριλίου 1967, ο τότε Βασιλιάς Κωνσταντίνος (ο σκωπτικά επονομαζόμενος και «Κοκός») δέχθηκε την αιφνιδιαστική επίσκεψη των πραξικοπηματιών, οι οποίοι του ζήτησαν να ορκίσει την κυβέρνηση της δικτατορίας, που μόλις είχε επιβληθεί. Ο Κωνσταντίνος – Κοκός, δεν σεβάστηκε ούτε καν την προσωπική του τιμή και έσπευσε να υποταχθεί «εις τας διαταγάς» των συνταγματαρχών. Επειδή δε, η υποταγή του Ανώτατου Άρχοντος στους πραξικοπηματίες έπρεπε να είναι πανηγυρική, μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης, πραξικοπηματίες και Κωνσταντίνος φωτογραφήθηκαν με κάθε επισημότητα.  Αργότερα, ο Κωνσταντίνος θα προέβαλε ως αστεία δικαιολογία για την πειθήνια υποταγή του, ότι στην φωτογραφία εκείνη …. δεν χαμογελούσε, στέλνοντας έτσι ένα μήνυμα δυσαρέσκειας στον ελληνικό λαό.

Πενήντα χρόνια μετά, ο σημερινός «Ανώτατος Άρχων», ο Προκόπης – Πάκης Παυλόπουλος, δέχθηκε στο Προεδρικό Μέγαρο την επίσκεψη ενός γκροτέσκο ζεύγους, του Σάκη (ερωτικώς επονομαζομένου και “Sakiiiiiiiii” και της   κυρίας του, της Κάτιας (προφανώς εκ του «Κατίνα»). Η επίσκεψη αυτή δεν ήταν καθόλου αιφνιδιαστική. Όχι, ο Πάκης δεν έχει την δικαιολογία του αιφνιδιασμού, όπως ο Κοκός. Ο Πάκης είχε ενημερωθεί για την επίσκεψη του ζεύγους. Είχε ενημερωθεί ότι επειδή δεν πήγε στον γάμο του Sakiiiiiii με την Κατίνα, όπου είχε προσκληθεί από τους κουμπάρους Βαρδινογιαννέους (ως γνωστόν τον μεγάλο χαμό πάντα τον κάνει ο compare), έπρεπε να δείξει την υποταγή του στην τηλεδικτατορία, που χρόνια τώρα έχει επιβληθεί στην χώρα μας, δεχόμενος τους γερασμένους νεόνυμφους, όχι στο σπίτι του, αλλά στο Προεδρικό Μέγαρο.
Ο Πάκης δεν έψαξε να βρει ούτε κάποια πρόφαση για να αρνηθεί την γελοιότητα. Έσπευσε να καλοδεχτεί αυτούς τους νέους πραξικοπηματίες, σαν ένα ανθρωΠάκι, που τρέμει μπροστά στον οικονομικά ισχυρότερό του.
Και αυτή η υποταγή έπρεπε να είναι πανηγυρική. Γι αυτό και πάλι ελήφθη «αναμνηστική» φωτογραφία
Με τα χέρια σταυρωμένα ο Πάκης, όπως και ο Κοκός, στέκει ανάμεσα στον Σάκη και την Κατίνα του. Με μία διαφορά: Ο καημένος ο Πάκης χαμογελά! Χαμογελά με ένα λιγωμένο χαμόγελο, σαν εκείνο των θαυμαστριών του Sakiiiiii που δεν πιστεύουν ότι είχαν την τύχη να βρεθούν στο πλάι του.

Έτσι, ο καημένος ο Πάκης καμία δικαιολογία δεν θα μπορεί να προβάλει, αν ποτέ πέσει η τηλεδικτατορία και κληθεί να απολογηθεί για το ανοσιούργημα που διέπραξε στο Προεδρικό Μέγαρο. 
Όμως ας μην τον κατηγορούμε. Ας σκεφτούμε ότι η θέση του ήταν πολύ πιο δύσκολη από αυτήν του Κωνσταντίνου. Ας σκεφτούμε ότι τα όπλα της τηλεδικτατορίας, είναι πολύ πιο επικίνδυνα από τα τανκς. Ας σκεφτούμε ότι ολόκληρο το πολιτικό σύστημα της χώρας έχει υποταγεί στην τηλεδικτατορία και ίσως γι αυτό ούτε ένα κόμμα «επαναστατικό» ή μη δεν έβγαλε μισή ανακοίνωση που να καταδικάζει την γελοιοποίηση του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ας σκεφτούμε, τέλος, ότι ένας ολόκληρος λαός και οι «πνευματικοί του» ηγέτες έχουν αλλοιωθεί από την τηλεδικτατορία, τόσο πολύ που λίγοι διαμαρτυρήθηκαν για την ερμηνεία του «Άξιον Εστί» από τον Σάκη τση Κατίνας και την πρόθυμη στήριξή της από το «σύμβολο της δημοκρατίας» Μίκη Θεοδωράκη.

Αν σκεφτούμε όλα τα παραπάνω, τότε πιστεύω ότι θα απαλλάξουμε από κάθε κατηγορία τον καημένο τον Πάκη και όλες τις κατηγορίες θα τις ρίξουμε σε εμάς τους ίδιους, τους καημένους.